
Υπάρχουν δύο πολύ συνηθισμένοι τρόποι με τους οποίους προσπαθούμε να προστατευτούμε όταν κάτι μας δυσκολεύει.
Ο ένας είναι να πλησιάζουμε υπερβολικά.
Να σκεφτόμαστε ξανά και ξανά τι μπορεί να πάει στραβά. Να αναλύουμε κάθε πιθανό σενάριο. Να προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Να αναζητούμε διαρκώς επιβεβαίωση. Να ελέγχουμε.
Ο άλλος είναι να απομακρυνόμαστε.
Να μην το σκεφτόμαστε. Να αποφεύγουμε καταστάσεις, ανθρώπους ή συζητήσεις. Να αναβάλλουμε. Να λέμε «δεν θέλω να ασχοληθώ τώρα». Να αποσυνδεόμαστε από ένα συναίσθημα επειδή είναι πολύ δύσκολο να το αντέξουμε.
Στη μία πλευρά βρίσκεται η υπερβολική εμπλοκή. Στην άλλη, η αποφυγή.
Και κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται κάτι που συχνά αναζητούμε μέσα στην ψυχοθεραπεία: η ικανότητα να είμαστε σε επαφή με αυτό που συμβαίνει χωρίς να κατακλυζόμαστε από αυτό και χωρίς να χρειάζεται να το αποφύγουμε.
Αυτό συνδέεται στενά με την έννοια της ψυχολογικής ευελιξίας.
Όταν το άγχος μας φέρνει πολύ κοντά

Το άγχος δεν είναι από μόνο του πρόβλημα.
Μας προειδοποιεί. Μας κινητοποιεί. Μας βοηθά να προετοιμαστούμε και να προστατευτούμε.
Το πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί όταν η ανάγκη για ασφάλεια γίνεται ανάγκη για απόλυτο έλεγχο.
Τότε μπορεί να αρχίσουμε να ζούμε περισσότερο στο «τι θα γίνει αν…» παρά στο «τι συμβαίνει τώρα».
«Κι αν αποτύχω;» «Κι αν αρρωστήσει κάποιος;» «Κι αν θυμώσει μαζί μου;» «Κι αν κάνω λάθος;» «Κι αν δεν τα καταφέρω;»
Το μυαλό προσπαθεί να μας προστατεύσει δημιουργώντας σενάρια.
Μόνο που η προσπάθεια να προβλέψουμε κάθε πιθανό ενδεχόμενο μπορεί τελικά να μας απομακρύνει από την πραγματική ζωή.
Δεν ζούμε πλέον αυτό που συμβαίνει. Ζούμε αυτό που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.
Το παρόν υπηρετεί το μέλλον.
Όταν η αποφυγή μας πηγαίνει πολύ μακριά

Η άλλη πλευρά είναι η αποφυγή.
Όταν κάτι μας προκαλεί φόβο, θλίψη, ντροπή ή αμηχανία, είναι φυσικό να θέλουμε να απομακρυνθούμε.
Η αποφυγή, μάλιστα, συχνά λειτουργεί βραχυπρόθεσμα.
«Δεν πήγα στη συνάντηση και ένιωσα λιγότερο άγχος.»
«Δεν άνοιξα τη συζήτηση και απέφυγα τη σύγκρουση.»
«Δεν σκέφτηκα το γεγονός και για λίγο ένιωσα καλύτερα.»
Όμως η προσωρινή ανακούφιση μπορεί να ενισχύσει την αποφυγή.
Η έρευνα έχει βρει σημαντική σχέση ανάμεσα στην εμπειρική αποφυγή και σε συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και άλλων μορφών ψυχολογικής δυσφορίας. Σε μια μεγάλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 441 μελετών, η εμπειρική αποφυγή παρουσίασε μέτριες έως ισχυρές συσχετίσεις με διαφορετικές μορφές ψυχοπαθολογίας.
Άρα, η αποφυγή μπορεί να μας προστατεύει από τη δυσφορία της στιγμής, αλλά δεν μας βοηθά απαραίτητα να αναπτύξουμε την ικανότητα να την αντιμετωπίζουμε.
Και πού βρίσκεται η ψυχική ανθεκτικότητα;
Ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι δεν φοβάμαι.
Η ανθεκτικότητα αφορά περισσότερο την ικανότητα να προσαρμοζόμαστε στις δυσκολίες χωρίς να χάνουμε ολοκληρωτικά την επαφή με τον εαυτό μας, τους άλλους και τη ζωή μας.
Τι κάνει λοιπόν η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία δεν έχει ως στόχο να μας απαλλάξει από κάθε άγχος ή δύσκολο συναίσθημα. Στόχος είναι να αλλάξει, σταδιακά, ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε μαζί τους.
Να μπορούμε να αισθανόμαστε φόβο και παρ’ όλα αυτά να προχωράμε. Να αναγνωρίζουμε την ανάγκη για αποφυγή χωρίς να χρειάζεται πάντα να την ακολουθούμε. Να παρατηρούμε τις σκέψεις μας χωρίς να τις θεωρούμε απαραίτητα αλήθειες.
Και κυρίως, να αποκτούμε περισσότερες επιλογές.
Γιατί η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι να έχουμε πάντα τη σωστή αντίδραση. Είναι να μπορούμε να έχουμε περισσότερες από μία πιθανές αντιδράσεις.
Από το «ή θα το αντιμετωπίσω ή θα το αποφύγω» στο «μπορώ να επιλέξω»
Η ψυχοθεραπεία δημιουργεί έναν χώρο ανάμεσα στο συναίσθημα και την αντίδραση.
Έναν χώρο όπου μπορούμε να σταθούμε για λίγο και να αναρωτηθούμε:
Τι αισθάνομαι;
Τι φοβάμαι;
Τι προσπαθώ να αποφύγω;
Τι χρειάζομαι;
Και ποια επιλογή είναι πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά θέλω;
Ίσως, τελικά, η ψυχική ανθεκτικότητα δεν βρίσκεται στην απουσία φόβου, αλλά στην ικανότητά μας να συνεχίζουμε να ζούμε μαζί με αυτόν, χωρίς να του επιτρέπουμε να αποφασίζει για εμάς.

Σχολιάστε