
Με αφορμή το άρθρο της Lynne Barnett, «Being human(e)», Therapy Today.
Η επιθυμία να βοηθάμε τους άλλους θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή, ηθικά θετική και συναισθηματικά ωφέλιμη.
Από μικρή ηλικία μαθαίνουμε ότι το να είμαστε υποστηρικτικοί, διαθέσιμοι και φροντιστικοί αποτελεί αρετή. Όμως, τί συμβαίνει όταν πίσω από την «καλή πρόθεση» κρύβονται ασυνείδητες ανάγκες επιβεβαίωσης, ανωτερότητας ή ελέγχου;
Η έννοια του «ναρκισσισμού της καλής πρόθεσης» έρχεται να φωτίσει ακριβώς αυτή τη λεπτή διάσταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς: τη στιγμή όπου το να βοηθάμε παύει να εξυπηρετεί τον άλλον και αρχίζει, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, να εξυπηρετεί πρωτίστως εμάς.

Το παρόν άρθρο βασίζεται στο κείμενο της Lynne Barnett, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Therapy Today, και στην προσωπική της εμπειρία ως λευκή θεραπεύτρια και εθελόντρια σε αναπτυσσόμενες χώρες, μέσα από την οποία αναγκάστηκε να αναστοχαστεί βαθιά τις δικές της στάσεις, προθέσεις και εσωτερικευμένες πεποιθήσεις.
Τι είναι ο «ναρκισσισμός της καλής πρόθεσης»;
Ο ναρκισσισμός της καλής πρόθεσης δεν αναφέρεται σε έναν κλασικό, εμφανή ναρκισσισμό. Δεν σχετίζεται με την αλαζονεία, την έπαρση ή την επιδεικτική ανάγκη για θαυμασμό. Αντιθέτως, αφορά μια πολύ πιο λεπτή, κοινωνικά αποδεκτή και συχνά επιβραβευόμενη μορφή ναρκισσισμού.
Η προσωπική εμπειρία της Lynne Barnett
Στο άρθρο της, η Barnett περιγράφει την πολυετή εμπειρία της ως εθελόντρια και θεραπεύτρια στην Καμπότζη. Αρχικά, ταξίδεψε εκεί με την πρόθεση να βοηθήσει, να εκπαιδεύσει και να υποστηρίξει τοπικές κοινότητες, θεωρώντας ότι η γνώση, οι δεξιότητες και οι αξίες της μπορούσαν να προσφέρουν ουσιαστική συμβολή.
Ωστόσο, μέσα από μια μακρά πορεία αυτοπαρατήρησης και βιωματικής επαφής με την πραγματικότητα της χώρας, ήρθε αντιμέτωπη με τις δικές της ασυνείδητες προκαταλήψεις, το «white saviour complex» και τις βαθιά ριζωμένες αποικιοκρατικές νοηματοδοτήσεις που κουβαλούσε χωρίς να το γνωρίζει.
Η ίδια περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως μια εσωτερική απο-αποικιοποίηση, μια βαθιά αναδόμηση της προσωπικής της ταυτότητας, των πεποιθήσεων και του τρόπου με τον οποίο σχετιζόταν με την έννοια της βοήθειας.
Ο ναρκισσισμός της καλής πρόθεσης συνδέεται άμεσα με τις ασυνείδητες προκαταλήψεις και τις εσωτερικευμένες ιδέες υπεροχής.
Μεγαλώνοντας σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτισμικά και εκπαιδευτικά πλαίσια, όλοι εσωτερικεύουμε ιεραρχήσεις, στερεότυπα και αφηγήσεις που τοποθετούν εμάς και τους άλλους σε διαφορετικές θέσεις ισχύος.
Έτσι, συχνά υιοθετούμε, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, την πεποίθηση ότι εμείς ξέρουμε καλύτερα, έχουμε λύσεις, μπορούμε να σώσουμε και ο άλλος χρειάζεται καθοδήγηση. Αυτή η στάση, όσο καλοπροαίρετη κι αν φαίνεται, μπορεί να λειτουργήσει ακυρωτικά για την εμπειρία, την αυτονομία και τη δύναμη του άλλου.
Νευροβιολογικά, η προσφορά βοήθειας ενεργοποιεί συστήματα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, αυξάνοντας τη ντοπαμίνη και την ωκυτοκίνη. Αυτό δημιουργεί αίσθηση ευχαρίστησης, σύνδεσης και νοήματος.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, η βοήθεια που παράσχουμε μειώνει το άγχος, περιορίζει την αίσθηση ενοχής, ενισχύει την αυτοεκτίμηση και δίνει αίσθηση ελέγχου σε καταστάσεις αβεβαιότητας.
Έτσι, πολλές φορές, αυτό που βιώνουμε ως «φροντίδα για τον άλλον» λειτουργεί παράλληλα ως μηχανισμός αυτορρύθμισης. Το όριο ανάμεσα στη φροντίδα και στον έλεγχο είναι συχνά δυσδιάκριτο.
Από τον «σωτήρα» στη συνύπαρξη.

Η Barnett προτείνει μια βαθιά μετατόπιση: από τη στάση του σωτήρα, στη στάση της συνύπαρξης.
Αυτό σημαίνει μια βαθιά συναισθαντική στάση αποδοχής απέναντι στον άλλον και πρωτίστως αναζήτηση των δικών μας «σκιών». Όσο περισσότερο μπορούμε να παρατηρούμε τα εσωτερικά μας κίνητρα, τόσο περισσότερο η φροντίδα μετατρέπεται από πράξη επιβεβαίωσης σε πράξη αυθεντικής σύνδεσης.
Η αληθινή βοήθεια δεν βρίσκεται στο να δείχνουμε τον δρόμο, αλλά στο να συνοδεύουμε τον άλλον στον δικό του.
Όσο δεν εξετάζουμε τι μας κινητοποιεί όταν “νοιαζόμαστε”, κινδυνεύουμε να επαναλαμβάνουμε σχέσεις που μας επιβεβαιώνουν αντί να μας μεταμορφώνουν.
Ίσως, τελικά, η πιο απαιτητική μορφή φροντίδας να μην είναι το να θέλουμε να βοηθήσουμε τους άλλους, αλλά το να αντέχουμε να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια τα δικά μας κίνητρα. Και αυτή η συνειδητότητα καλλιεργείται μέσα από μια συστηματική εργασία με τον εαυτό μας, μέσα στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας.
Σχολιάστε